Γιά σένα πατέρα… Γιά σένα μητέρα… πού « ἔχασες» τό παιδί σου…

Ἁγ.Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Γιά σένα πατέρα… Γιά σένα μητέρα…

πού « χασες» τό παιδί σου…

Στή μνήμη τῶν:

π.Νεκταρίου Βενιέρη

Γιάννη Ζαντιώτη

Εἰρήνης Παπαγεωργίου

Στέλας Πιτσιλῆ-Ντουρῆ

Γιάννη Παπαδημητρίου

Μιχάλη Λιβαδιώτη

Κώστα Φράγκου

καί ὅσων ἄλλων ἀδελφῶν μας

«ἔφυγαν» νωρίς…

ceb1cebdceaccf83cf84ceb1cf83ceb7

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΑΤΕΡΑ…

ταν κάποιος βλέπει τό μοναδικό γιό του, τόν ὁποῖο μέ πολλές φροντίδες καί ἐλπίδες ἀνέθρεψε, νά εἶναι ἀκίνητος στόν τάφο, πρέπει νά ἔχει ἀδαμάντινη ψυχή, γιά νά ὑποφέρει μέ ἠρεμία τό δυστύχημα αὐτό. Ὅποιος μπορέσει νά κατευνάσει τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τά κύματα καί νά πεῖ, χωρίς νά δακρύσει, τούς λόγους, πού εἶπε ὁ  Ἰώβ : «ὁ Κύριος τό ἔδωσε, ὁ Κύριος τό πῆρε» (Ἰώβ α, 21) καί μόνο γι’ αὐτό θά τοποθετηθεῖ κοντά στόν Ἀβραάμ καί θά δοξασθεῖ, ὅπως καί ὁ Ἰώβ. Ὅταν δέ, καταφέρει καί σταματήσει τούς ἀναστεναγμούς τῶν γυναικῶν καί διαλύσει τίς μοιρολογίστρες καί ξεσηκώσει ὅλους τούς παρευρισκομένους σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀναρίθμητα βραβεῖα οὐράνια καί ἐπίγεια θά λάβει, διότι οἱ ἄνθρωποι θά τόν θαυμάζουν, οἱ  Ἄγγελοι θά τόν ἐγκωμιάζουν καί ὁ Θεός θά τόν στεφανώνει!

Καί πῶς εἶναι δυνατόν, θά μοῦ πεῖτε, ἀφοῦ ἄνθρωπος εἶναι, νά μή θρηνεῖ; Ἀπόδειξη ὅτι εἶναι δυνατό, εἶναι τό παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Ἰώβ, πού ἄνθρωποι ἦταν κι αὐτοί, καί ὅμως δέν ὑπέκυψαν σ’αὐτήν τήν ἀδυναμία καί μάλιστα ἐνῶ ζοῦσαν σέ ἐποχή, πού δέν ὑπῆρχε ὁ παλαιός νόμος καί ἡ χάρη, οὔτε οἱ τόσες ἐντολές τῆς δικῆς μας ὑψίστης φιλοσοφίας. Θά τό κατορθώσεις αὐτό, ἄν σκεφθεῖς ὅτι σέ καλύτερο κόσμο διά τοῦ θανάτου μετέβη, σέ εὐτυχέστερη καί αἰώνια κληρονομιά ἀπεδήμησε ὁ ἀποθανῶν, ὅτι δέν ἔχασες τόν γιό σου, ἀλλ’ ὅτι τόν ἀπέστειλες σέ ἄσυλο, σέ τόπο γαλήνης καί ἠρεμίας. Μή λοιπόν λές, ὅτι δέ θά καλοῦμαι πλέον πατέρας. Γιατί δέν θά καλεῖσαι, ἀφοῦ ὁ γιός σου ζεῖ; Μήπως πραγματικά ἔχασες τό παιδί; Μήπως ἔπαυσε νά ζεῖ;  Ὄχι μόνο κάτι τέτοιο δέ συνέβη, ἀλλά τώρα μάλιστα τό κατέχεις μέ τόν καλύτερο καί ἀσφαλέστερο τρόπο. Γιά τοῦτο ὄχι μόνο στή γῆ, ἀλλά καί στόν οὐρανό καλεῖσαι πατέρας! Ὥστε ὄχι μόνο δέν ἔχασες τήν ὀνομασία τοῦ πατέρα, ἀλλά σέ μεγαλύτερο βαθμό τώρα τήν ἔλαβες, διότι τοῦ λοιποῦ θά ὀνομάζεσαι πατέρας ὄχι θνητοῦ παιδιοῦ, ἀλλ’ ἀθανάτου, πατέρας στρατιώτη γενναίου, πού θά διαμένει διαρκῶς μέσα στό οὐράνιο ἀνάκτορο. Ἐπειδή δέν τό βλέπεις, δέν πρέπει νά νομίζεις ὅτι ἔχει χαθεῖ. Καί ἄν εἶχε ἀποδημήσει σέ μακρινή χώρα, πάλι δέ θά τό ἔβλεπες, ὅμως δέ θά παραδεχόσουν ὅτι ἔχασες τόν τίτλο τοῦ πατέρα, πού φυσικῶς ἔχεις σ’αὐτόν.

Μή λοιπόν βλέπεις μόνον τό ὠχρό πρόσωπο τοῦ νεκροῦ τέκνου σου, διότι αὐτό σοῦ ἐνισχύει τόν πόνο, ἀλλά στρέψε τά βλέμματα τῆς διανοίας σου ἀπό τόν νεκρό ψηλά στόν οὐρανό, ὅπου μετέβη ὁ γιός σου. Αὐτό, πού κεῖται στόν τάφο, δέν εἶναι τό παιδί σου. Παιδί σου εἶναι ἐκεῖνο πού πέταξε καί ἔφυγε σέ ὕψος ἄπειρο, στούς οὐρανούς. Ὅταν λοιπόν δεῖς τά μάτια του σβυσμένα, τό στόμα κλεισμένο καί τό σῶμα του ἀκίνητο, μή σοῦ περάσει ἡ ἰδέα, ὅτι τοῦτο χάθηκε διά παντός καί πεῖς: ἀπ’ αὐτό τό στόμα λόγια δέν θά βγοῦν πλέον, αὐτοί οἱ ὀφθαλμοί δέ θά βλέπουν πιά, αὐτά τά πόδια δέ θά βαδίσουν πλέον, καί ὅλα γρήγορα θά διαλυθοῦν καί καταστραφοῦν. Ὄχι τέτοια λόγια, ἀλλ’ ἐντελῶς τ’ ἀντίθετα νά πεῖς: Τοῦτο τό στόμα καλύτερα θά μιλήσει, οἱ ὀφθαλμοί ἀνώτερα πράγματα θά δοῦν, τά πόδια ἐπί τῶν νεφελῶν θά περπατήσουν, τό καταστρεφόμενο τοῦτο σῶμα θά ἐνδυθεῖ ἀθανασία καί τό γιό μου θά τόν ξαναβρῶ λαμπρότερο. Ἐάν τό θέαμα τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ σου, σοῦ προξενεῖ  λύπη καί πόνο, λέγε ἀκόμη στόν ἑαυτό σου. Αὐτό πού βλέπω δέν εἶναι ὁ γιός μου, ἀλλά τό φόρεμά του, πού τό ξεντύθηκε, γιά νά τό πάρει πάλι ἀργότερα λαμπρότερο. Εἶναι τό σπίτι του, πού κατεδαφίσθηκε, γιά νά ξανακτισθεῖ ὡραιότερο.

Καθώς καί μεῖς, ὅταν πρόκειται νά κατεδαφίσουμε μιά οἰκία, ὅσους κατοικοῦν μέσα σ’αὐτήν τούς ἀπομακρύνομε  γιά λίγο χρόνο, γιά νά ἀποφύγουν τό θόρυβο καί τή σκόνη καί ὅταν ξανακτισθεῖ, τούς ξαναφέρνουμε μέ κάθε εὐκολία μέσα σ’αὐτή, αὐτό πράττει καί ὁ Θεός. Ἀφοῦ κατέλυσε τή σαθρή του σκηνή (τό σῶμα) τόν παρέλαβε κοντά του, μέσα στήν πατρική του οἰκία, ὥστε ὅταν αὐτή γίνει, ὡραιότερη ὅμως καί μεγαλοπρεπέστατη, νά τοῦ τή δώσει καί πάλι, γιά νά κατοικήσει μέσα της.

Μή λοιπόν πεῖς: Πέθανε καί δέν ὑπάρχει πιά. Αὐτά τά λένε οἱ ἄπιστοι. Ἀλλά λέγε: κοιμᾶται καί θά σηκωθεῖ, ἀπουσιάζει καί θά ξαναγυρίσει συνοδεύοντας τόν βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Ποιός τά λέγει αὐτά; Ἐκεῖνος πού ἔχει μέσα του τόν Χριστό καί πιστεύει στά λόγια Του. «Ἐάν, λέγει, πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, καί ἔζησε, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε, ὅτι ὁ Θεός κι ὅσους πέθαναν μέ πίστη πρός τόν Χριστό, θά τούς φέρει στήν αἰώνια ζωή μαζί μέ Αὐτόν» (Α’ Θεσ. δ’, 14). Ἐάν λοιπόν ζητᾶς νά βρεῖς τό γιό σου, ζήτησέ τον ἐκεῖ, πού εἶναι ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν, καί τό στρατόπεδο τῶν ἀγγέλων, καί ὄχι στόν τάφο, μέσα στή γῆ, γιά νά μή μείνεις καί σύρεσαι στή γῆ, ἐνῶ ἐκεῖνος εἶναι τόσο ψηλά. Ἄν ἔτσι σκεπτόμαστε, ἀπό κάθε τέτοια θλίψη εὔκολα θά ἀπομακρυνόμαστε.  (Ὁμιλ. α’ στή Β’ πρός Κορινθίους).

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΗΤΕΡΑ…

λλά καί παρ’ ὅλα αὐτά ἀνυπόφορος σοῦ φαίνεται ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ σου; Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, δέν πρέπει νά τό θρηνεῖς, διότι ἀπό πολλές συμφορές τοῦτο ἀπαλλάχτηκε. Μή λοιπόν τό φθονεῖς καί τό ζηλεύεις. Τό νά ἐπικαλεῖσαι τό θάνατο, διότι ἐκεῖνο πρόωρα πέθανε, καί νά λυπᾶσαι, διότι δέν ἔζησε, γιά νά ὑποφέρει πολλά βάσανα, εἶναι γνώρισμα φθονεροῦ καί ζηλιάρη ἀνθρώπου.

Μή σκέπτεσαι, ὅτι δέ θά ἐπιστρέψει ποτέ πιά στήν οἰκία σου, ἀλλ’ὅτι μετά ἀπό λίγο καί σύ θά μεταβεῖς πρός αὐτό. Μή λογαριάζεις ὅτι ποτέ πλέον δέ θά ξαναέρθει κοντά σου ἐδῶ, ἀλλ’ ὅτι καί αὐτή ἡ κτίση, πού βλέπουμε, δέν θά μείνει, ὅπως εἶναι, ἀλλά θά λάβει ἄλλο σχῆμα. Διότι ὁ οὐρανός, ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καί τά πάντα, θά μεταβληθοῦν (κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως) καί τότε θά πάρεις πίσω τό παιδί σου μέ δόξα πολλή. Καί ἄν μέν τοῦτο πέθανε καί βρισκόταν στήν ἁμαρτία, ἔπαψε πλέον νά ἁμαρτάνει, οὔτε καί ὁ Θεός θά ἐπέτρεπε νά πεθάνει, ἄν προέβλεπε, ὅτι θά μετανοοῦσε. Ἄν δέ πέθανε ὡς δίκαιος, ἀπολαμβάνει μέ ἀσφάλεια τά ἀγαθά τῆς ἀρετῆς του. Εἶναι λοιπόν φανερό ἀπ’αὐτό, ὅτι τά δάκρυά σου γιά τό θάνατό του δέν προέρχονται ἀπό φιλοστοργία, ἀλλ’ ἀπό παράλογο αἴσθημα λύπης. Διότι ἄν τό ἀγαποῦσες, ἔπρεπε νά αἰσθάνεσαι χαρά, ἐπειδή ἀπαλλάχτηκε ἀπό τά βάσανα τῆς παρούσης ζωῆς. Τί πλεονέκτημα ὑπάρχει σέ μᾶς, πού ζοῦμε; Τί τό ἐξαίρετο καί πρωτοφανές ἔχουμε; Τά ἴδια δέ βλέπουμε κάθε μέρα νά περιστρέφονται κυκλικά; Ἡμέρα καί νύκτα βλέπουμε, νύκτα καί ἡμέρα, χειμώνα καί  θέρος, θέρος καί χειμώνα καί τίποτε ἄλλο. Καί αὐτά μέν εἶναι πάντοτε τά ἴδια, τά βάσανα ὅμως εἶναι διάφορα, παράξενα καί πρωτοφανῆ. Ἤθελες λοιπόν νά ταλαιπωρῆται καθημερινά ἀπό τίς θλίψεις τῆς ζωῆς, καί παραμένοντας στόν κόσμο τοῦτο, νά ἀσθενεῖ, νά πενθεῖ, νά φοβᾶται, νά τρέμει καί ἄλλα μέν βάσανα νά ὑποφέρει, ἄλλα δέ νά φοβᾶται μήπως μελλοντικά τά ὑπομείνει; Δέν νομίζω, ὅτι μπορεῖς νά ἰσχυρισθεῖς, ὅτι ὅποιος διαπλέει τό μακρό πέλαγος τοῦ βίου εἶναι ποτέ δυνατό νά εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπό στενοχώριες, φροντίδες καί παρόμοια βάσανα.

Σκέψου ἀκόμη καί τοῦτο, ὅτι δέ γέννησες ἀθάνατο παιδί καί ὅτι ἄν τώρα δέν πέθαινε, θά ὑφίστατο ἀργότερα τό θάνατο. Ἀλλά δέν τό χάρηκες ἐδῶ; Ἐξάπαντος ὅμως θά τό ἀπολαύσεις καί θά τό χαρεῖς ἐκεῖ, στούς οὐρανούς. Ἐπιθυμεῖς καί ἐδῶ νά τό βλέπεις καί νά τό ἀπολαμβάνεις; Καί τί σέ ἐμποδίζει πρός τοῦτο; Εἶναι δυνατό καί ἐδῶ νά τό βλέπεις διά τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας, διά τῆς ὁποίας βλέπουμε καθαρότατα τά μέλλοντα, ἀρκεῖ νά μήν ἔχεις διάνοια σκοτισμένη ἀπό τή λύπη. Ἄν μέν τό παιδί σου βρισκόταν στά ἀνάκτορα, ποτέ δέν θά ἐπιζητοῦσες νά τό δεῖς, διότι θά ἤξερες, ὅτι εἶναι εὐτυχισμένο. Τώρα ὅμως πού βρίσκεται σέ πολύ ἀνώτερη εὐτυχία, ἐπειδή γιά λίγο χρόνο τό στερήθηκες, στενοχωρεῖσαι καί γίνεσαι μικρόψυχη, καί μάλιστα, ἐνῶ ἔχεις ἀντί ἐκείνου ὡς παρηγορία καί προστασία τόν ἄντρα σου! Ἄν ὅμως εἶμαι χήρα; Τότε ἔχεις ὡς παρηγοριά τόν πατέρα τῶν ὀρφανῶν καί προστάτην τῶν χηρῶν (Ψαλμ. ρμε’, 9). Ἄκουσε πῶς ὁ Παῦλος μακαρίζει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν χηρεία λέγοντας: «Ἡ εὐσεβής χήρα καί ἔρημος στηρίζεται στήν ἐλπίδα πρός τόν Θεό» (Α’ Τιμ. ε’, 5). Ἐπειδή δέ αὐτή  ἡ χήρα ἐπιδεικνύει μεγάλη ὑπομονή, θά εἶναι πολύ εὐάρεστη στό Θεό. Μή λοιπόν θρηνεῖς γιά ἐκεῖνο, πού γιά χάρη του δόξα καί ἀμοιβή ἀπό τό Θεό θά λάβεις. Διότι τήν παρακαταθήκη, πού σοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, δηλαδή τό παιδί σου, τήν παρέδωσες σ’Αὐτόν. Μήν ἀνησυχεῖς λοιπόν. Τοῦτο τό ἔθεσες σέ ἀσφαλέστατο μέρος, στό ὁποῖο κανείς δέν μπορεῖ νά πλησιάσει  γιά νά τό πάρει.

Ἐάν δέ λάβεις ὑπόψη, ποιός εἶναι ὁ παρών βίος καί ποιά ἡ μέλλουσα ζωή, ὅτι τά ὑπάρχοντα στήν παρούσα ζωή μοιάζουν μέ ἰστό ἀράχνης καί σκιά, εἶναι δηλαδή προσωρινά καί ἄστατα, ἐνῶ ὅλα ὅσα εἶναι στή μέλλουσα εἶναι σταθερά καί αἰώνια, δέ θά ἔχεις ἀνάγκη τοῦ λοιποῦ ἄλλων λόγων παρηγοριᾶς. Τώρα τό παιδί ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό κάθε μεταβολή, ἐνῶ ἄν ἔμενε ἐδῶ, ἦταν πιθανό νά παρέμενε καλό, πιθανόν ὅμως καί νά γινόταν κακό. Δέν βλέπεις τί γίνεται; Πόσοι ἀποξενώνουν τά παιδιά τους λόγω κακῆς διαγωγῆς, καί πόσοι ἀναγκάζονται νά ἔχουν στό σπίτι τους παιδιά χειρότερα ἀπό τά ἀποξενωμένα; Αὐτά ἄς τά ἔχουμε ὑπόψη κι ἄς φιλοσοφοῦμε χριστιανικῶς. Μέ τόν τρόπο δέ αὐτό καί τόν ἀποθανόντα θά εὐχαριστήσουμε, καί ἀπό πολλούς ἀνθρώπους ἐπαίνους θ’ ἀκούσουμε, καί ἀπό τό Θεό τούς μεγάλους τῆς ὑπομονῆς μισθούς θά λάβουμε καί τά αἰώνια ἀγαθά θά ἀπολαύσουμε.  (Ὁμιλ. λα’, εἰς τό κατά Ματθαῖον).

Τό παιδί σου, πού ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο αὐτό, δέν πῆγε στούς δαίμονες, οὔτε σέ κάποιο τύραννο, ἀλλά στούς οὐρανούς καί στόν Κύριό του. Γιατί λοιπόν θρηνεῖς, ὀδύρεσαι καί πενθεῖς; Γιατί ἀγαπᾶς τό παιδί σου περισσότερο ἀπό τό Θεό καί Κύριό σου; Δῶρο Ἐκείνου δέν ἦταν; Δι’ Αὐτοῦ καί τώρα δέν τό ἔχεις στούς οὐρανούς; Γιατί εἶσαι ἀχάριστος καί περισσότερο ἀπό τόν δωρητή ἀγαπᾶς τό δῶρο;

Λόγῳ ψυχικῆς ἀδυναμίας, λές, δέ μέ συγκρατεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί θρηνῶ. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι. Διότι ὅπως στά σωματικά παθήματα τό μεγαλύτερο καλύπτει καί κάνει ἀνεπαίσθητο τό μικρότερο, τό ἴδιο γίνεται καί στά ψυχικά. Ὁ ἀνώτερος φόβος ἐξαλείφει τόν κατώτερο καί ἡ μεγαλύτερη λύπη τή μικρότερη.

Θρηνεῖς, γιατί ἦταν ὡραῖο τό παιδί σου; Ὅσο καί ἄν ἦταν, δέ θά ἦταν ὡραιότερο ἀπό τόν Ἰσαάκ. Ἦταν τό μοναδικό σου; Μοναδικό ἦταν κι ἐκεῖνος. Στά γεράματά σου γεννήθηκε; Τό ἴδιο κι ἐκεῖνος. Καί ὅμως ὁ πατέρας του δέ δίστασε νά τόν θυσιάσει.

Ἦταν χαριτωμένο παιδί; Ὅσο κι ἄν ἦταν, δέ θά ἦταν περισσότερο χαριτωμένο ἀπό τό Μωϋσῆ, ὁ  ὁποῖος καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν βαρβάρων (Αἰγυπτίων) τή συμπάθεια προσείλκυσε, σέ ἡλικία μάλιστα, πού δέν ἦταν ἀκόμη σέ πλήρη ἀκμή. Καί ὅμως τό χαριτωμένο αὐτό παιδί οἱ γονεῖς του τό ἔριξαν στόν ποταμό.

Σύ τουλάχιστον τό ἔχεις, ἔστω καί νεκρό μπροστά σου, τό μεταφέρεις στό νεκροταφεῖο καί τό ἐνταφιάζεις, ἐνῶ ἐκεῖνοι δέ γνώριζαν, ἄν τά ψάρια θά τό φᾶνε ἤ οἱ σκύλοι ἤ κάποιο ἀπό τά θηρία τοῦ ποταμοῦ. Καί τό ἔπραξαν αὐτό χωρίς νά ἔχουν γνώση τῆς ζωῆς στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.

Ἀλλά δέν ἦταν τό μοναδικό σου καί πέθανε μετά ἀπό ἄλλα πολλά; Καί τότε τό δυστύχημά σου αὐτό δέ σοῦ ἦλθε ἀπότομα, κατά τρόπο πολύ ὀδυνηρό καί μετά ἀπό ἀγγελία ἄλλων ἀτυχημάτων, ὅπως στόν Ἰώβ, τοῦ ὁποίου τά παιδιά φονεύθηκαν ἀπό κατάρρευση  τῆς στέγης ἐνῶ ἔτρωγαν (Ἰώβ α , 19) .

Ἀλλά τό ἀγαποῦσες περισσότερο ἀπό τά ἄλλα παιδιά σου; Ὄχι ὅμως περισσότερο ἀπό ὅσο ἀγαποῦσε ὁ Ἰακώβ τόν Ἰωσήφ, περί τοῦ ὁποίου τοῦ εἶπαν, ὅτι τόν ἔφαγαν τά θηρία. Καί ὅμως ὑπέμεινε τή συμφορά αὐτή καί κατόπιν καί ἄλλη καί ἄλλη. Ἔκλαψε, ἀλλ’ οὔτε εἶπε, οὔτε ἔκανε κάτι τό ἀσεβές. Ἀναστέναξε, ἀλλά δέν ἐγόγγυσε. Ἀρκέστηκε μόνο νά πεῖ: «Ὁ Ἰωσήφ δέν ὑπάρχει πλέον, οὔτε ὁ Συμεών καί θά μοῦ πάρετε καί τόν Βενιαμίν; ὅλα τά μεγάλα αὐτά κακά ἔπεσαν ἐπάνω μου» (Γέν. μβ, 36).

Ἐκεῖνον ἡ πίεση τῆς πείνας τόν ἀνάγκασε νά μήν ὑπολογίζει τά παιδιά του καί σέ σένα ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιβάλλεται ὅσο ἡ πείνα! Δέν ἀπαγορεύω νά κλάψεις. Ἀπαγορεύω μόνον κάθε εἶδος βλασφημίας μέ λόγια ἤ ἔργα.

Ὅ,τι κι ἄν ἦταν τό παιδί σου, δέν συγκρίνεται πρός τόν Ἄβελ, πού φόνευσε ὁ Κάϊν. Καί ὅμως ὁ Ἀδάμ οὔτε εἶπε, οὔτε ἔπραξε τίποτε τό ἀσεβές, καίτοι ἡ θλίψη του ἦταν πολύ μεγάλη, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει χειρότερο κακό ἀπό τό νά φονεύσει ὁ ἕνας ἀδελφός τόν ἄλλο.

Μέ τήν εὐκαιρίᾳ ἀναφέρω καί ἄλλη ἀδελφοκτονία, τό φόνο ἀπό τόν Ἀβεσσαλώμ τοῦ πρωτοτόκου ἀδελφοῦ του Ἀμνών, πού ἦταν πολύ ἀγαπητός στόν βασιλιά Δαυίδ. Ὁ βασιλιάς ἀπό τή λύπη του γιά τό φόνο αὐτό φόρεσε σάκκο καί κάθησε ἐπάνω σέ στάκτη, χωρίς νά κάνει τίποτε ἄλλο, παρά νά προσευχηθεῖ πρός τόν Θεό. Αὐτό, πού ἔκανε ὁ δίκαιος αὐτός, κάνε καί σύ. Λέγε τά λόγια, πού ἐκεῖνος εἶπε,  ὅταν πεθάνει τό παιδί σου: «Ἐγώ σ’αὐτό θά ὑπάγω καί ὄχι ἐκεῖνο θά ἔλθει σέ μένα» (Β’ Βασιλ. ιβ’, 23). Ἰδού λόγοι ἀληθοῦς σοφίας καί εἰλικρινοῦς ἀγάπης! Ὅσο κι ἄν ἀγαπᾶς τό παιδί σου, δέν τό ἀγαπᾶς ὅσο ὁ Δαυίδ ἀγαποῦσε τόν Ἀμνών, διότι αὐτός ἦταν πρωτότοκος καί γεννήθηκε, ὅταν ἦταν ἀκμαία ἡ ἀγάπη τούτου πρός τή σύζυγό του, ὡς γνωστόν δέ τά τέκνα μετέχουν τῆς ἀγάπης, πού συνδέει τούς συζύγους.

Ὁ Δαυίδ λοιπόν λυπήθηκε γιά τό φόνο τοῦ Ἀμνών, τόν ὁποῖο ἤθελε νά ζήσει, καίτοι ἦταν ἀφορμή κατηγορίας ἐναντίον του, γιατί ἦταν καρπός μοιχείας, ἀλλά δέν ἔκανε τίποτε τό ἀσεβές, παρά μόνον εὐχαρίστησε τό Θεό γιά τό κακό πού τόν βρῆκε.

Πόσο ἀνησύχησε καί ἡ Ρεβέκκα, ὅταν ὁ Ἠσαῦ ἀπείλησε νά φονεύσει τόν ἀδελφό του! Ὁ Ἰσαάκ ὅμως φάνηκε ψύχραιμος καί τόν φυγάδευσε στή Χαρράν.

Ὅταν πάθεις κάποιο κακό, σκέψου τά μεγάλα αὐτά παραδείγματα καί ἀρκετά θά παρηγορηθεῖς. Σκέψου ἀκόμη τί μπορεῖ νά συμβεῖ στό παιδί σου, ὅτι εἶναι δυνατό νά σκοτωθεῖ σέ πόλεμο ἤ νά καεῖ σέ πυρκαγιά. Ἄς σκεπτόμαστε πάντοτε, ὅτι ὑπάρχουν καί χειρότερα κακά ἀπό ἐκεῖνοο πού ἔχουμε, καί ἐκείνους πού περισσότερο ἀπό ἐμᾶς ὑποφέρουν. Ἄς ἀναλογιζόμαστε πόσο μεγαλύτερα βάσανα ἄλλοτε περάσαμε, καί οἱ σκέψεις αὐτές πολύ θά μᾶς ἀνακουφίσουν.

Αὐτά μᾶς προτρέπει καί ὁ Παῦλος νά πράττουμε,  ὅταν λέει «ἀκόμη δέν ἀντισταθήκατε μέχρι τοῦ σημείου νά τραυματισθῆτε καί χύσετε αἷμα στόν ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρτίας» (Ἐβρ. ιβ’, 4) καί «ὁ πειρασμός πού σᾶς βρῆκε εἶναι ἀνθρώπινος καί μπορεῖτε νά τόν ὑποφέρετε» (Α’ Κορ. ι’, 13) .

Ὅ,τι λοιπόν καί ἄν πάθουμε, ἄς κοιτάξουμε στά χειρότερα ἀπό τά δικά μας, καί ὑπάρχουν τέτοια, καί τότε θά παρηγορούμεθα καί εὐγνώμονες θά εἴμαστε στό Θεό. (Ὁμιλ. θ’, εἰς Κολοσσαεῖς).

Advertisements
This entry was posted in Θάνατος and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s