H ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

H ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Αφορμή οι παράξενοι Φαρισαίοι, περίεργοι και πονηροί, που έλεγαν γιατί ο Χριστός συνδειπνούσε με τους αμαρτωλούς. Δεν ανέχονταν τέτοια επικοινωνία επουδενί, και ηθικισμός και ο ευσεβισμός τους δεν το επέτρεπε. Μα ο Χριστός ήρθε για τους αμαρτωλούς! Δεν μπορούσαν να το καταλάβουν ή δεν ήθελαν;

Ήταν λοιπόν ένας πατέρας που είχε δυο γιους. Ο μεγαλύτερος φαινόταν υπάκουος, πρόθυμος, καλός και αγαθός. Ο νεότερος κάπως αντάρτης, λίγο αναρχικός, αρκετά μοντέρνος, προοδευτικός, φιλελεύθερος, ήθελε να κάνει τη ζωή του.

Λοιπόν, μια μέρα του λέει:

-Γέρο, άκου να σου πω. Εγώ θέλω τώρα να μου δώσεις, αμέσως, το μερίδιό μου από την περιουσία σου. Το θέλω τώρα. Τώρα που είμαι νέος! Δεν μπορώ εγώ να περιμένω  να πεθάνεις εσύ πρώτα και μετά να πάρω εγώ αυτά που μου αναλογούν… Τότε θα είμαι κι εγώ πολύ γέρος για να απολαύσω όλα τα καλά με όσα θα μου δώσεις! Δώσε μου τώρα ό,τι μου αναλογεί! Οτιδήποτε γίνει δικό μου όταν εσύ πεθάνεις! Λοιπόν, θέλω να πεθάνεις ΤΩΡΑ! Για μένα πεθαίνεις ΤΩΡΑ! Δεν υπάρχεις πια για μένα! Πέθανε κι άσε εμένα να ζήσω! Το κατάλαβες;

Πολύ σκληρά λόγια λέει το παιδί στον πατέρα του!

Κι ο πατέρας….λέει:

-Παιδί μου! Δεν μπορώ να σου αρνηθώ τίποτε! Ποτέ μου δε στάθηκα εμπόδιο σε καμιά σου απόφαση! Δε σε περιόρισα σε τίποτε! Δε με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος απ’αυτά, που τόσο παράλογα μου ζητάς! Και με τόση… αναίδεια! Δε θέλω να φύγεις από κοντά μου! Με γεμίζει λύπη αυτή η απόφασή σου! Έκανα όνειρα ότι θα σαι πάντα μαζί μου! Βοηθός και συμπαραστάτης μου! Και τώρα που σε χρειάζομαι αλλά και πολύ περισσότερο μετά…. Τότε που θα γεράσω κι ήλπιζα να είσαι το… αποκούμπι μου! Αλλά… αφού έτσι θέλεις! Με αναστατώνει η απόφασή σου να φύγεις μακριά μου! Δεν θέλω να είσαι κοντά μου με το ζόρι! Καταναγκαστικά! Αλλά… αφού έτσι θέλεις! Ας γίνει!

-΄Ακου να σου πω! Θέλω να ζήσω ελεύθερος! Εδώ κοντά σου…. πνίγομαι! Νιώθω εγκλωβισμένος! Θέλω να χαρώ, το καταλαβαίνεις; Να ζήσω! Να ζήσω τα πάντα! Να πάω κι αλλού..κι αλλού… παντού! Να δω, να γευτώ, να χορτάσω! Τα πάντα! Κι εσύ… μου στέκεσαι εμπόδιο! Λοιπόν… έλα…Δώσε μου ό,τι μου ανήκει… κι άσε τις συγκινήσεις και τα… δάκρυα!

Έσφιξε την καρδιά του ο πατέρας και του έδωσε αυτά που ζητούσε!

-Αυτός είσαι! Φεύγω! Γεια….

Και πήγε ο νέος στα ξένα. Μακριά! Στο άγνωστο! Πήγε να γευτεί, να χορτάσει, τα πάντα! Κι όπως ήταν φυσικό, με την τσέπη γεμάτη και παραφουσκωμένη μάλιστα, βρήκε… φίλους, πολλούς φίλους! Και γυναίκες! Κι έφαγαν… κι ήπιαν… και μέθυσαν … και χόρεψαν… και το καθετί δοκίμασαν…. Τίποτε δεν άφησαν!  Και ξόδευε…και ξόδευε… και ξόδευε… άσκεφτα… απερίσκεπτα… και μια μέρα…. η γεμάτη τσέπη, η παραφουσκωμένη… έμεινε άδεια! Αλλά κι η πρώην γεμάτη καρδιά…. άδεια του φάνηκε κι αυτή!

-Το βρήκα! Θα πάω στους φίλους μου! Τόσα γλέντια κάναμε μαζί! Τόσα ξενύχτια! Τόσα ταξίδια! Θα… τους ζητήσω λίγα δανεικά!

-Άσε ρε φίλε, δεν έχω…. Άσε ρε φίλε, δε σε ξέρω ποιος είσαι… Άσε ρε φίλε, δεν έχω λεφτά για χάσιμο! Μια μια έκλειναν όλες οι πόρτες… Των δήθεν …. φίλων! Όταν η τσέπη ήταν γεμάτη… καλά ήταν! Κι εκείνα τα όπα, όπα, ωραίος ο νέος, και κουβαρντάς και … και… τώρα… τέλειωσαν όλα!

Κι έμεινε… μόνος! Γεμάτη η καρδιά του με θλίψη! Με φόβο! Με άγχος! Με αγωνία και για το σήμερα και για το αύριο! Απογοητευμένος! Με όλους! Και… με τον εαυτό του!

Και σαν να μη φτάναν όλα αυτά…. ήρθε και μεγάλη πείνα στη χώρα που βρέθηκε! Πείνα, πείνα πολλή! Και να μην έχει…τίποτε να φάει! Τι να κάνει; Ζήτησε…. ζήτησε…. δουλειά, εδώ, εκεί και παραπέρα! Πουθενά! Τίποτε! όλες οι πόρτες κλειστές!

Η απελπισία πλημμύρισε την καρδιά του! Σιγά σιγά διαπίστωνε πως η ζωή του… καταστράφηκε όλη! Και αίτιος…. ήταν αυτός! Μα η πείνα θέριζε και θέριζε και τον ίδιο!

Κάποιος τον λυπήθηκε! Έλα, του λέει, έλα να βόσκεις τα… γουρούνια μου! Κι ό,τι τρώνε αυτά… φάε κι εσύ! Αν… προλάβεις! Και τι να φάει; Ξυλοκέρατα! Ω Θεέ! Αυτά που είναι γλυκά στην αρχή, αλλά στο τέλος γίνονται στυφά! Σαν τη ζωή μου, κι αυτά σκέφτηκε!

Αλλά, τι να κάνει! Η μοναδική λύση ήταν αυτή! Πεινά και διψά και είναι μόνος! Μόνος, δίχως πατέρα, δίχως αδελφό, δίχως στήριγμα και νόημα! Ντροπιασμένος, πικραμένος, απομονωμένος, πελαγωμένος, διψασμένος, λασπωμένος, κουρελιασμένος, εξωτερικά και εσωτερικά και κυρίως απελπισμένος! Πώς κατάντησα έτσι; Πώς τα κατάφερα… τόσο χάλια… τόσο απαίσια; Τη χαρά, ζητούσα και βρήκα τον πόνο! Την ελευθερία μου ήθελα και βρήκα τη χειρότερη σκλαβιά… Την ευτυχία γύρευα… και έγινα τόσο δυστυχισμένος! Όλα τα σκόρπισα! Όλα τα σπατάλησα! Όλα τα θυσίασα στην καλοπέρασή μου! Στην ευχαρίστησή μου! Όλα τα θυσίασα… στον εαυτούλη μου! Και τώρα; Πού κατάντησα; Να κυλιέμαι στις λάσπες… στον βούρκο… μπας κι αρπάξω κανένα…. ξυλοκέρατο από τα…. γουρουνάκια!

Άφησα το σπίτι  μου! Εκεί είχε από όλα! Αγάπη, στοργή, χαρά, ασφάλεια, κατανόηση, επάρκεια, στοργή, συνεννόηση! Κι όλα… τα πέταξα! Τα είχα…ΟΛΑ και δεν το καταλάβαινα! Τι όμορφα που ήταν εκεί! Ακόμη κι οι δούλοι του πατέρα μου… καλοπερνάνε! Όχι σαν κι εμένα! Τέτοια εξαθλίωση! Ε, λοιπόν, όχι! Το πήρα απόφαση! Δεν έχω άλλη λύση! Θα γυρίσω…. πίσω! Θα πάω πάλι στο σπίτι μου! Κι ο… πατέρας μου; Άραγε… θα ζει; Ή… μήπως πέθανε κιόλας από τη στενοχώρια του για τα… κατορθώματά μου; Κι αν ζει; Θα… με δεχτεί; Ή.. θα μου πει…. «Καλώς το πουλάκι μου! Πού ήσουν τόσα χρόνια… κανακάρη μου; Τελειώσαν….τα χρηματάκια μου; Γιατί ήρθες; Να σου δώσω κι άλλα; Δε σου φτάσαν όλ΄αυτά; Και πού τα φαγες;;;; Άσε, άσε… βλέπω! Βλέπω τα… κουρέλια σου! Βλέπω… το πρόσωπό σου! Τα χάλια σου! Η μπόχα πνίγει τα ρουθούνια μου!  Η απλυσιά σου! Η βρώμα σου! Κι η ανάσα σου…βρωμά! Πώς κατάντησες καημένε; Τα μάθαινα… τα χαΐρια σου! Φεύγα από μπροστά μου! Φεύγα! Εξάλλου εγώ… πέθανα για σένα! Έτσι δε μου είπες όταν… έφευγες»;

Μα… όχι! Δεν θα μου πει έτσι! Το ξέρω ότι μ’αγαπά ο πατέρας μου! Πάντα το ήξερα…. Αλλά…. με νίκησε η… ηδονή! Και τώρα γεύομαι τόση….οδύνη! Τόσος πόνος!

Όχι! Θα γυρίσω θα πάω πίσω! Ό,τι κι αν γίνει! Και θα του πω: «Πατέρα, σε ντρόπιασα!  Σε λύπησα! Πόνο απέραντο σου προξένησα! Μα…. επιστρέφω! Γυμνός! Φτωχός κι απένταρος! Βρωμερός! Μα… μετανοημένος! Πάρε με κοντά σου! Όχι ως παιδί σου! Δεν έχω το δικαίωμα να σου ζητήσω κάτι τέτοιο… έτσι που τα ‘κανα! Πάρε με κοντά σου…. σαν δούλο σου! Μόνο αυτό σου ζητώ»!

Κι ο πατέρας; Ω…ο πατέρας! Ο Πατέρας…. κάθε μέρα στεκόταν στην πόρτα! Και κοίταζε πέρα μακριά… στον ορίζοντα! Μήπως και δει το γιο του….να γυρίζει πίσω! Από την πρώτη ώρα… εκείνον περίμενε! Κι όσο εκείνος αργούσε να ‘ρθει…. τόσο εκείνος… περίμενε! Πάντοτε περίμενε! ώσπου… ήρθε η ώρα!

-«Να τος ! Αυτός είναι ! Σίγουρα, είναι το παιδί μου! Δεν λαθεύω! Ναι…ναι…ήρθε! Ήρθε επιτέλους… το παιδί μου! Το αίμα μου! Και…φεύγει! Τρέχει…τρέχει γρήγορα εκείνος προς το παιδί! Σίγουρα, σκέφτεται, θα ντρέπεται να με δει! Ποιος ξέρει τι θα χει να μου πει! Αλλά, όχι! Δεν θα τον αφήσω να μου πει τίποτε! Πού πήγε, με ποιους πήγε, πού ξόδεψε το βιός μου, τι έκανε! Δεν θέλω τίποτε να μάθω! Μου φτάνει… μόνο… που γύρισε»!

Και πράγματι! Ανοίγει την αγκαλιά του, μια μεγάλη, τεράστια αγκαλιά και σφίγγει μέσα το σπλάχνο του! Πατέρα… Παιδί μου!  Είναι οι μόνες λέξεις που ακούγονται! Γιατί τον πνίγει στα φιλιά! Τον σφίγγει συνεχώς στην αγκαλιά του! Τώρα νιώθει ο….άσωτος νεαρός…. κάπως αλλιώς την πατρική αγκαλιά! Τότε την ένιωθε να τον… πνίγει! Τώρα νιώθει τη ζεστασιά της και πόσο…. ευρύχωρη είναι!

Τα άλλα…τα ξέρετε…. Η χαρά του πατέρα για το γυρισμό του γιου, δίνει εντολές στους υπηρέτες!

«Τρέξτε, τι κάθεστε! Πλύντε τον! Καθαρίστε τον! Πετάξτε τα κουρέλια από πάνω του! Βάλτε του εκείνη την πρώτη στολή! Εκείνη που φόραγε όταν ήταν εδώ, την καλύτερη! Δώστε του και το δαχτυλίδι μου! Και στρώστε πανηγύρι μεγάλο! Γλέντι τρικούβερτο! Σφάξτε το καλό μοσχάρι! Και στήστε ξέφρενο πανηγύρι! Γιατί ο γιός μου ήταν χαμένος! Και βρέθηκε! τον είχα για πεθαμένο! Και τον βρήκα … ζωντανό»!

Κι ο άλλος γιος;;;; Πού βρίσκεται; Τι κάνει εκείνος; Να τος! Γυρνά από τα χωράφια! Κουρασμένος, ιδρωμένος, κατασκονισμένος! Κι ακούει στο σπίτι του… μουσικές… φωνές… φωνές πολλές… χαρούμενες… και ξεφαντώμαντα!

-Ε, εσύ υπηρέτη, τι γίνεται στο σπίτι μου;

-Ε, δεν τα ‘μαθες; Ο αδελφός σου, ο….χαμένος….γύρισε! Κι ο πατέρας σου…. έστησε γλέντι! Γλέντι… τρικούβερτο!

-Ποιος; Ο αδελφός μου;  Εκείνος ο…. αλήτης; Α… ώστε… γύρισε! Αλλά, ΔΕΝ έχω εγώ αδελφό! Είχα έναν … και πέθανε! Και… θύμωσε! Μπήκε στην καρδιά του ο φθόνος κι η ζήλια! κι απέξω παρέμεινε!

Κι ο Πατέρας;;;; Ω ο Πατέρας…. «Έλα παιδί μου μέσα! Έλα να χαρείς μαζί μας! Να φάμε, να πιούμε, να χορέψουμε! Μεγάλη χαρά ήρθε σήμερα στο σπιτικό μας! Ο αδελφός σου… γύρισε»!

-«Τι λες; Είσαι στα καλά σου;  Γύρισε ο αληταράς… κι εσύ… χαίρεσαι; Εμένα; Δε με σκέφτεσαι; Δε με σκέφτηκες ποτέ! Να μου δώσεις ένα κατσικάκι να χαρώ με τους φίλους μου! Αυτόν όμως…. Αυτόν… που σου ‘φαγε τους κόπους σου με τις πόρνες και τα μεθύσια….ω… αυτόν… Τέτοιες χαρές… Και τόσα… γλέντια!  Όχι, δεν μπαίνω… Δεν έρχομαι»!

«Παιδί μου! Παιδί μου! Μη με πικραίνεις κι εσύ! Μη μου κλέβεις την πολλή χαρά που νιώθω σήμερα για το αδελφό σου! Εσύ πάντοτε ήσουν μαζί  μου! Ποτέ δεν έφυγες από κοντά μου! Εργατικός, φρόνιμος, δουλευταράς ήσουν πάντα… Αλλά, μη γίνεσαι τώρα ζηλιάρης, φθονερός, θρασύς, σκληρόκαρδος… Έλα μαζί μας μέσα…να χαρούμε όλοι μαζί! Για το παιδί μας, που ήταν πεθαμένο! Κι αναστήθηκε! Που ήταν χαμένο! Και βρέθηκε! Έλα… Έλα παιδί μου μέσα, μαζί μας! ΕΛΑ»!

This entry was posted in Επικαιρότητες, Εκκλησιαστικά, Κατηχητικά, Ποιμαντική νέων. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s